ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ΣΤΗ ΜΟΘΩΝΗ ΚΑΙ ΚΑΛΑΜΑΤΑ

του Δημητρίου Ν Ζέρβα.

Σχολεία έφτιαχνε το Γένος σε όλη τα μακραίωνη πορεία του. Σχολεία μικρά και μεγάλα, να μορφώσει τα παιδιά του να πορευτεί στους αιώνες που ερχόντουσαν. Έτσι όπως γένηκε το 963 μ.χ όταν φτιάχτηκε, κοντά στη Δημητσάνα, η μεγάλη Μονή του Φιλοσόφου που ιδρύθηκε επί Νικηφόρου Φωκά, με επιμέλεια του Δημητσανίτη Ιωάννου Λαμπαρδόπουλου, και εκεί  κατά τη παράδοση, λειτούργησε  ελληνικό σχολείο,  «φυτώριον εις το διηνεκές ευπαιδεύτων κληρικών, προυχόντων και διδασκάλων του Γένους».

Σχολεία έφτιαχνε το Γένος, για μάθηση, να στραγγίζεται μέσα από αυτά η γλώσσα και οι παραδόσεις και η συνέχεια, να ξαναβρεί το γένος τη θέση που του πρεπε στη συνέχεια της ιστορίας, να γίνουν πραγματικότητα τα όνειρα της Επανάστασης του 1821. Σχολεία, για μάθηση πολιτών και προχώρημα για να γίνουμε καλλίτεροι και, όχι δήθεν σχολεία για τη συντήρηση της μιζέριας του μικρομάγαζου,  του μεταπράτη,  του γραικύλου που σπρωχνόταν, πριν λίγο καιρό, στις μέρες μας, να μοιραστεί τα στρατόπεδα συγκέντρωσης φαντάρων, και μετά σε λιγότερο καιρό, πάλι στις μέρες μας, συνωστιζεται ακόμη στις ουρές εκλιπαρώντας για καμιά Πανεπιστημιακή σχολή,  μήπως  και έτσι εξασφαλίσει πελατεία, για τα ενοικιαζόμενα δωμάτια, τις  γκαρσονιέρες που περίσσεψαν, και τα φαγάδικα ή όπως έγραψε κάποτε ο πρύτανης του Πανεπιστημίου Θράκης, τέτοια η κατάντια, που:

 « η λύση της ίδρυσης ΑΕΙ σε όλη τη χώρα επισφραγίζει την αποτυχία οποιουδήποτε αναπτυξιακού μοντέλου και οδηγεί στην αντικατάσταση των στρατώνων και των βιοτεχνιών με φοιτητικά στέκια …αλλά εδώ που μας έφτασαν δεν φαίνεται να έχουμε άλλη διέξοδο».

Σχολεία έφτιαχνε, πάντα το Γένος, για  τους πολίτες, και λένε πως στη Καλαμάτα  είχε φτιαχτεί σχολείο από το 1788, και ότι τόχε φτιάξει κείνος ο περίεργος, καλαματιανός, αμετανόητος τουρκόφιλος καλόγερος Γεράσιμος  Παπαδόπουλος που ήταν στη  Καλαμάτα «από το 1763 διδάσκων μετά υποδιδασκάλου κατά Κ. Κούμαν».

Και μη νομίσει κανείς, ότι το φτιάξιμο των σχολείων, ήτανε μόνο  απόφαση λογίων και γραμματιζούμενων. Όχι,  απόφαση ήτανε  τότε κοινή όλων των πολιτών. Εκείνων των φτωχών και ξυπόλυτων, των καταλαγιασμένων και κακομοιριασμένων, που ακόμα και μέσα στην Επανάσταση συνελεύσεις  κάνανε και αποφασίζανε μόνοι τους, για τα προβλήματα που είχανε και πως θα τα λύσουνε.

Όχι σαν σήμερα, που αποφασίζουν «άλλοι» για μας, οι «φωτισμένοι» ή μέτριοι και ανίκανοι που συνεχίζουν να καλλιεργούνε τη συνείδηση της «ψωροκώσταινας» και της κακομοιριάς, του ανήμπορου και επαίτη, μετατρέποντας σχεδιασμένα τους  Έλληνες πολίτες σε «λαό»,  μίζερο, άθλιο και αποτυχημένο, που εκλιπαρεί για στοιχειώδη ιατρική περίθαλψη, ανθρώπινη σύνταξη για τους γέροντες και ζητιανεύει μια θέση εργασίας να βγάλει το ψωμί του.

Γι’ αυτό και σκληρές είναι οι μνήμες και εφιαλτικές γίνονται σήμερα, έχοντας σαν  φόντο το απέραντο σκουπιδαριό, τις πίσσες και τα’ κάθε είδους απορρίμματα  που σκεπάζουν το τόπο.

Οι  μνήμες, που άφησαν οι πολίτες της Μοθώνης που στις 6 Ιανουαρίου του 1829, κάνανε  Συνέλευση και αποφασίσανε να φτιάξουνε μόνοι τους  σχολείο για τα παιδιά τους και ας ήτανε κουρελήδες, άστεγοι και πεινασμένοι, στερούμενοι και αυτών «των αναγκαίων πόρων» .

Οι  Μοθωναίοι πολίτες, που  όπως γράφουνε τα επίσημα έγγραφα της εποχής:

« ……Μόλις οι κάτοικοι της πόλεως ταύτης συνήλθον εις τους έως προ ολίγου καταπατουμένους παρά των εχθρών ωραίους τόπους των, ευθύς έστρεψαν την προσοχήν των εις το συστήσωσι δημόσιο αλληλοδιδακτικόν σχολείον δια την εκπαίδευσιν της  ανηλίκου νεολαίας των. Η σημερινή ημέρα αφιερώθη εις την περί του αντικειμένου τούτου σπουδαίαν σκέψιν. Μολονότι δυστυχείς δια τας παρελθούσας πολεμικάς περιστάσεις, μολοντούτο θεωρούντες αναγκαίαν ουσιωδώς την σύστασιν αλληλοδιαδακτικού, τουλάχιστον προς το παρόν σχολείον, και στερούμενοι των αναγκαίων πόρων, εφιλοτιμήθηασν να προσφέρωσι  εξ’ αυτού του υστερήματός των χρηματικήν συνδρομήν αναβαίνουσαν εις γρόσια σχεδόν χιλιάδας τέσσαρας, συγχρόνως διόρισαν επιτροπήν, ήτις παραλαμβάνουσα την ανωτέρω χρηματικήν ποσότητα θέλει φροντίσει από αύριον να μετακαλέση άξιον διδάσκαλον, να ετοιμάση συγχρόνως ανάλογον δια σχολείον οικίαν, και να προμηθεύση τους αλληλοδιδακτικούς και γραφικούς πίνακας και λοιπάς χρειαζούμενας ύλας. Αναγγέλων  με αγαλίασιν της ψυχής μου την γενναίαν  ταύτην πράξιν των πολιτών… Ελπίζω βασίμως, Κύριε, ότι εντός ολίγου θέλω σας χαροποιήσει και αύθις με την αναγγελίαν ετέρας, δια το αυτό τέλος, χρηματικής συνδρομής των κατοίκων της περιχώρου Μοθώνης,  καθώς και εκείνων των πολιτών όσοι εκ της περιστάσεως δεν παρευρέθησαν  εις την σημερινήν συνεισφοράν. Σας παρακαλώ να καταχωρίσετε εις την εφημερίδα σας την παρούσα μου, ομού με τον εν αυτή σημειούμενον κάτωθεν κατάλογον των φιλοκάλων συνδρομητών, δια να γίνη γνωστόν εις όλους τους ομογενείς, ότι οι κάτοικοι της Μοθώνης, μολονότι εις τα ερείπια των οικιών των ακόμη κατοικούντες, συντελούν ουχί ολίγον εις την ηθικήν αναγέννησιν της πατρίδος. Την 6 Ιανουαρίου 1829, εν Μεθώνη. Ο γραμματεύς της Δημογεροντίας. της επαρχίας Μοθώνης. Προκόπιος Δημητρίου»

Και παραδίπλα στους Μοθωναίους, και άλλες μνήμες  που άφησαν  οι πολίτες της Καλαμάτας, όταν στις 29 Σεπτεμβρίου 1829 αποφάσισαν ότι:

 «Μ’ όλον ότι η επαρχία αυτή της Καλαμάτας, υπέφερε τα οποία επέφερε δεινά, μ’ όλον ότι οι πολίται αυτής μηδενός εξαιρουμένου εστερήθησαν πάντων ων είχον κτημάτων περιουσίας, και μ’ όλον ότι υποφέρουσι τον καύσωνα της ημέρας και τον παγετόν της νυκτός, μη δυνάμενοι να οικοδομήσωσι μικρά καλύβας, αισθανόμενοι πόσον αναγκαία είναι η παιδεία εις τον άνθρωπον, και μάλιστα εις την αναγέννησιν ενός έθνους, απεφάσισαν να συστήσωσι δύο γενικά σχολεία ευρύχωρα, εν αλληλοδιδακτικόν και εν ελληνικόν δια να συνέρχονται  όχι μόνον οι νέοι της πόλεως και επαρχίας ταύτης, αλλά και εξ’ άλλων μερών, και επειδή πρώτον τα καταστήματα χρειάζονται χρήματα και χρήματα ικανά, οι μεν πολίται  υπεσχέθησαν δημοσίως να δίδωσιν ετησίως εις τας δύο αυτάς σχολάς  αφ’ όλων των εισοδημάτων των μισόν εις τα εκατόν, οι δε έμποροι μισόν εις τα χίλια εκ του όλου, εκτός δε τούτων συνεισέφερον  ιδίως και παν ότι έκαστος εδύνατο, και θέλουν συνεισφέρει και έτι άλλοι πολλοί…Εν Καλαμάτα τη 29 Σεπτεμβρίου 1829. Οι Δημογέροντες. Πανάγος Λογοθέτης. Διονύσιος Τζάνες.

 Αυτές τις μνήμες, να φυλάξουμε πρέπει, μη και χαθούν ή μας τις κλέψουν, γιατί όπλα ακριβά είναι ενάντια  στη  κλοπή της ιστορίας μας. Ενάντια στην αφύσικη  «μεταλλαγή» της έννοιας του Έλληνα πολίτη σε «λαός» που η καθιέρωσή της σηματοδοτεί μια χυδαία αντίληψη για μαζική, χωρίς  γνώση, πορείας μίας άβουλης, χωρίς νόηση μάζας, που άθελά της σέρνεται έξω από το χορό της ιστορίας. Γι’ αυτό να περισώσουμε πρέπει, αυτή τη μοναδικότητα της λειτουργίας, των Ελλήνων πολιτών, που αρχέγονα, μέσα στην «εκκλησία του δήμου», μαζευόντουσαν:

 «όλοι οι αυτόχθονες Έλληνες οι έχοντες ηλικίαν 25 ετών…την ρητήν ημέρα εις την πλέον ευρύχωρον εκκλησίαν… και μετά την θείαν λειτουργίαν… Η συνάθροισις αύτη …προεδρεύεται από τον πρεσβύετρον των Δημογερόντων… Ο ιερουργών ιερεύς θέλει καταστρώσει τον κατάλογον των πολιτών, όσοι είναι παρόντες και έχουσι δικαίωμα ψήφου. Ο κατάλογος ούτος θέλει αναγνωστή μεγαλοφώνως, και επικυρωθή δια συγκαταθέσεως των συνελθόντων πολιτών, η  δε συγκατάθεσις αύτη θέλει αποδειχθή δια της πλειοψηφίας` τότε η συνάθροισις  θέλει είσθαι νόμιμος, και θέλουν μείνει εις την εκκλησίαν μόνοι οι πολίται εκείνοι, των οποίων τα ονόματα θέλουν είσθαι καταγεγραμμένα εις τον κατάλογον… Ο ιερεύς θέλει παρουσιασθή εν τω μέσω αυτών, κρατών εις χείρας το ευαγγέλιον..».

Έτσι γινότανε η συνάθροιση των Ελλήνων πολιτών στις λαϊκές συνελεύσεις  και άλλοτε πάλι  στις εθνικές συνελεύσεις, η  συνάθροιση γινόταν σε:

  «μία μεγάλη αίθουσα ανοιχτή από όλες τις μεριές για  να μπορεί ο κόσμος να κάθεται στα «σκαλάκια», να  βλέπει και να ακούει τους μεγάλους ήρωες, τον Κολοκοτρώνη, το Μαυρομιχάλη, τον Πετρόμπεη, τον Νικηταρά, τον Τσόκρη, τον Γρίβα και τόσους άλλους πολέμαρχους κι αντάμα τους καλαμαράδες,  που είχαν  μαζευτεί  για να βάλουν τα θεμέλια της πολιτείας. Ένα μεγάλο πλήθος κόσμου καταξεσκισμένου, συζητήσεις που ήταν βίαιες, ανεδαφικές συχνά και ανερμάτιστες και που τελικά ξεσπάσανε σε καυγάδες ομηρικούς με    αποτέλεσμα να διαλυθεί βίαια η συνέλευση»

Γι’ αυτό λέω, ότι αυτές τις μνήμες  πρέπει  να φυλάξουμε, και ίσως κάποτε, έστω αργά, να θυμηθούμε  να τις διδάσκουμε και στα παιδιά μας. Μπορεί και να σκαλίσουμε ίσως, κάπου ψηλά, να φαίνονται καθάρια σε όλους, τα ονόματα  των Μοθωναίων και  Καλαματιανών πολιτών, που μέσα στην «εκκλησία του δήμου», επαναστάτες, αγωνιστές και περήφανοι, όχι επαίτες, στέριωναν την Ελληνική Πολιτεία ορθώνοντας το μπόι του γένους και ας έσταζε πληγές και αίματα. Μήπως και έτσι μπορέσουμε κάποτε να ξαναζωντανέψουμε τη συνείδηση  του πολίτη. Μήπως και  μπορέσουμε να αμυνθούμε ενάντια  στο τυφλό και άβουλο περπάτημα μας στο πουθενά, και σταματήσουμε αυτή τη χωρίς μνήμη πορεία μας προς εξαφάνιση.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s